Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Αφιερωση

 Θυμάμαι μια μέρα - από 'κεινες που τις περνούσα μέσα στα όνειρα - είχα πλαγιάσει κάτω από μια συκιά. Σπουδαία δέντρα οι συκιές, λένε γι' αυτές ότι έχουν μαγικές ιδιότητες. 
Ο ίσκιος της μου είχε φανεί πολύτιμος, όπως κάθε ίσκιος κάθε πράγματος. Γι' αυτό αγαπούσα κάθε τι υλικό; γι' αυτό αγαπούσα και το σώμα σου, εδώ που τα λέμε. Κάλυμμα. Κάλυπτρο.

Η συκιά δεν ήταν μαγική. Εάν ήταν, πιστεύω θα έκανε λίγο παραπάνω σκιά και για 'σένα. Αλλά δεν υπήρχε καθόλου περίσσιος χώρος. Τον έπιανα όλο εγώ. Ήταν σκοτεινό μεσημέρι. Φοβόμουν πάρα πολύ το σκοτάδι, ειδικά σε εκείνο το όνειρο, γι' αυτό κιόλας είχα φάει τα πάντα τότε; με βοηθούσε να ηρεμώ.
Κι έτσι χοντρή που ήμουν, έπιανα όλον τον ίσκιο.
Κι έτσι φαγωμένη που ήμουν, δεν μπορούσα να μετακινηθώ ώστε να χωρέσεις κι εσύ.

Μία πορφυρή σταλίδα,
Μπορώ ακόμα να αναπαραστήσω στο μυαλό μου τον ήχο που έκανε όταν έπεσε πάνω στο μετωπό σου. Αστείος ήχος. Παράξενος ήχος. Ασυνήθιστος... ήχος.

~Κρακ.

Κρακ; Γιατί κρακ; Μια σταλίδα... Ασυνήθιστη σταλίδα.
Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, εκείνες οι μέρες, εκείνα τα όνειρα, ποτέ δεν έβγαλαν νόημα.
Ακόμα και τώρα, που βρίσκομαι απ' έξω τους...
Ακόμα και τώρα, δεν μπορώ να βγάλω νόημα.
Δεν μπορώ να αναπαραστήσω στο μυαλό μου κανένα ήχο τους.
Δεν μπορώ να φάω τίποτα.
Δεν μπορώ να φοβηθώ το σκοτάδι.
Δεν μπορώ να αγαπήσω τίποτα που μπορώ να αγγίξω.
Δεν μπορώ να θυμηθώ.
Δεν θυμάμαι.